Η απότομη στροφή

Του Αλέξη Παπαχελά

Η απότομη οδήγηση στις στροφές είναι εξαιρετικά επικίνδυνη – και στην πολιτική. Πώς μου ήλθε αυτή η σκέψη θα ρωτήσετε. Εχει να κάνει με τις επόμενες κρίσιμες εβδομάδες, οι οποίες ενδέχεται να δοκιμάσουν την κυβερνητική συνοχή. Ολα άρχισαν τον περασμένο Σεπτέμβριο όταν ξεκίνησε ο πολιτικός «χορός» να επαναλαμβάνει μονότονα ότι «δεν περνάνε άλλα μέτρα». Οταν αυτό το λέει ο πρωθυπουργός, ο αντιπρόεδρος ή ο υπουργός Οικονομικών ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνει. Γνωρίζουν ποιες είναι οι δεσμεύσεις της χώρας με βάση τα ήδη ψηφισθέντα μέτρα και ποια είναι τα διάφορα σενάρια συμφωνιών τα οποία θα μπορούσαν, έστω και οριακά, να γίνουν αποδεκτά από τους δανειστές μας. Αυτό που έχουν όμως οι ίδιοι σαν το «τέλος του παιχνιδιού» δεν είναι απαραίτητα κτήμα του μέσου βουλευτή, του μέσου σχολιαστή και βεβαίως του μέσου πολίτη. Ο βουλευτής πιάνεται από το «όχι άλλα μέτρα» και τη γενική ρητορεία εναντίον της τρόικας και το πάει πολύ πιο πέρα στις κουβέντες που κάνει στο καφενείο ή στις κοινωνικές εκδηλώσεις στις οποίες συμμετέχει. Με άλλα λόγια, εκτίθεται και αυτοδεσμεύεται ή αυτοπαγιδεύεται σε πολύ πιο ακραίες θέσεις από εκείνες που είχαν στο μυαλό τους οι ιθύνοντες και έχοντες την ευθύνη για τη διαπραγμάτευση. Ετσι φτάνουμε στο σημείο όπου γίνεται η διαπίστωση ότι δεν περνάει απολύτως τίποτα από αυτήν τη Βουλή, ούτε καν πράγματα που έχουν να κάνουν με ήδη ψηφισθέντα μέτρα. Αυτή η εικόνα ενισχύει, από μια άποψη, τη διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης στο εξωτερικό. Από την άλλη έχει βάλει την κυβέρνηση στη γωνία, περιορίζοντας ασφυκτικά κάθε περιθώριο χειρισμού ή συμβιβασμού. Θα χρειασθεί να ξοδέψουν σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο οι κυβερνώντες για να πείσουν τους βουλευτές και την κοινή γνώμη, προκειμένου να αποδεχθούν ακόμη και τον πλέον εύπεπτο και λογικό συμβιβασμό για να γεφυρωθεί το χάσμα με την τρόικα. Εχουμε ξαναζήσει πρόσφατα τα αποτελέσματα απότομων στροφών, όπως για παράδειγμα στο τι συνέβη στη Ν.Δ. μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου και το δεύτερο Μνημόνιο. Βουλευτές και οπαδοί της Ν.Δ. δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τη στροφή της ηγεσίας τους και φτάσαμε σε ένα σχίσμα που ενίσχυσε τον κ. Καμμένο και τη «Χρυσή Αυγή». Με λίγα λόγια, υπάρχει ο κίνδυνος να έχει χαθεί η μπάλα μέσα σε ένα κλίμα υπερβολών και αφορισμών. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι έχει φτάσει η ώρα που η Αθήνα μπορεί να πατήσει πόδι στη διαπραγμάτευση με την τρόικα και να απαιτήσει χαλάρωση και εκπτώσεις. Αν όμως η παραζάλη του πολιτικού προσωπικού οδηγήσει είτε σε ατύχημα, δηλαδή απώλεια κυβερνητικών βουλευτών, είτε σε πλήρη ρήξη με την τρόικα θα είναι προφανές πως κάποιος πήρε τη στροφή πολύ απότομα...

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αναρτήθηκε από: ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ, στις , Σχόλια για το άρθρο

Φίλοι και κολλητοί

Του Αλέξη Παπαχελά

Μια προσφιλής θεωρία των οπαδών της βολικής αδράνειας υποστηρίζει πως η Ελλάδα έχει φτάσει στο σημείο που δεν αντέχει να κάνει άλλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Τη θεωρία αυτή υποστηρίζουν άνθρωποι που ανήκουν σε κομματικούς μηχανισμούς ή ζουν εμμέσως ή αμέσως από το κράτος. Είναι έτσι ή απλά βολεύει αυτή η θεωρία τους θερμούς οπαδούς της; Η Ελλάδα δεν σαρώνεται από κάποιο πλειοψηφικό μεταρρυθμιστικό ρεύμα. Στον δημόσιο διάλογο υπερισχύουν η άρνηση, οι θεωρίες συνωμοσίας και η διαμαρτυρία. Ελάχιστοι είναι οι πολιτικοί που έχουν ειλικρινή μεταρρυθμιστικό λόγο, ακόμη λιγότεροι εκείνοι που τον μετουσιώνουν σε πράξεις. Το χειρότερο είναι ότι η έννοια των μεταρρυθμίσεων έχει μπει σε ένα μπλέντερ μαζί με το Μνημόνιο και την τρόικα και έχει σπιλωθεί για τα καλά. Ο κόσμος δικαιολογημένα πια ακούει μεταρρύθμιση και ψάχνει να δει πόσα λεφτά του λείπουν. Μεταρρυθμιστικό ρεύμα δεν υπάρχει, λοιπόν, γιατί οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τους πολιτικούς για να κάνουν τις αλλαγές που χρειάζονται, γιατί είναι λίγοι εκείνοι που τις ευαγγελίζονται και γιατί έχουμε εισέλθει στη φάση της ενστικτώδους αντίδρασης σε οτιδήποτε προέρχεται «απ’ έξω». Τώρα βεβαίως οι έξω μας βλέπουν και αναρωτιούνται: «Μήπως και δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται για να γίνουν μοντέρνα χώρα; Πολιτικούς-μάνατζερ δεν έχουν. Κράτος ικανό να φέρει γρήγορα αποτελέσματα στη φοροδιαφυγή ή την απελευθέρωση κλάδων επίσης δεν υπάρχει. Και ο επιχειρηματικός κόσμος είναι αδρανής και όχι πάντοτε σαφής για το τι θέλει για το μέλλον της χώρας». Και εκεί αρχίζει πάλι η συζήτηση για το αν η Ελλάδα ανήκει πραγματικά στο ευρώ ή όχι. Αυτά συζητούν πίσω από κλειστές πόρτες κορυφαίοι αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και την Ουάσιγκτον και θέτουν το ερώτημα: «Εχει η Ελλάδα όλα αυτά που απαιτούνται για την επόμενη φάση ευρωπαϊκής ενοποίησης;». Νομίζω ότι αυτό το ερώτημα είναι και δικό μας, εμείς πρέπει να το απαντήσουμε. Εμείς οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε τους εθνικούς μας στόχους, μέχρι πού θέλουμε να πάμε, τι μας συμφέρει και τι αντέχουμε. Ας μην κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους. Ισως να μας αρέσει να είμαστε στο σημερινό επίπεδο διαβίωσης και κουτσά-στραβά να κοιτάξουμε να επιβιώσουμε χωρίς πολλές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές. Αν δούμε ότι μας «παίρνει» μένουμε στο ευρώ, αν όχι κοιτάμε τις εναλλακτικές επιλογές. Αυτή η συζήτηση με θυμώνει, και σε σχέση με τους μέσα και σε σχέση με τους έξω. Με τους μέσα γιατί η ηγετική κάστα αυτής της χώρας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η αριστερή διανόηση και πολιτική τάξη, πιστεύει ότι «καλά είμαστε». Με τους έξω γιατί παραγνωρίζουν μια μεγάλη ομάδα Ελλήνων που δουλεύουν σκληρά, στο Δημόσιο, στον ιδιωτικό τομέα, στα νοσοκομεία κ.α. και οι οποίοι δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τους ξένους συναδέλφους τους. Αν τους αφήναμε μόνους τους να στήσουν και να διοικήσουν ιδιωτικές εταιρείες ή δημόσιους φορείς θα το έκαναν εξαιρετικά και θα έκαναν και μάθημα στην τρόικα. Δεν μπορούν όμως. Γιατί το άρρωστο κράτος και η λαμογιά πνίγουν τον υγιή ιδιωτικό τομέα. Και οι φαύλοι πολιτικοί, οι συνδικαλιστές, η «βαβούρα των καναλιών» ρουφάνε κάθε θετική ενέργεια από όποιον έχει κέφι και μεράκι να κάνει τη δουλειά του στο Δημόσιο. Αυτή η χώρα αξίζει κάτι πολύ καλύτερο. Θα είναι κρίμα να πέσει στην παγίδα εκείνων που θέλουν τη συνέχιση της δημοκρατίας των φίλων και κολλητών, όπως περιγράφει τη μεταπολιτευτική μας δημοκρατία ο ιστορικός Κώστας Κωστής.

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αναρτήθηκε από: ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ, στις , Σχόλια για το άρθρο

Από το όνειρο στο αδιέξοδο

Του Αλέξη Παπαχελά

Σκέπτομαι το τι περνάει σε αυτό τον τόπο ένα νέο παιδί που θέλει να μάθει γράμματα και να βρει γρήγορα μια δουλειά και απελπίζομαι. Τα παιδιά μας βασανίζονται για χρόνια με τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα, αλλά και από τους γονείς που πιέζουν αφόρητα για καλούς βαθμούς. Οι ελληνικές οικογένειες ζουν ένα συλλογικό δράμα έως ότου τα παιδιά τους μάθουν τα αποτελέσματα. Και μετά; Μετά έρχονται αντιμέτωπα με τη μιζέρια, την ανοργανωσιά και τις ακραίες ιδιαιτερότητες του ελληνικού πανεπιστημίου. Δεν πρέπει όμως να είμαστε ισοπεδωτικοί. Υπάρχουν νησίδες αριστείας και εξαιρετικοί δάσκαλοι και ερευνητές στην Αθήνα, στην Κρήτη, στα Γιάννενα, παντού. Κάνουν έρευνα και είναι πραγματικοί δάσκαλοι, αλλά μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Εχουν απέναντί τους επαγγελματίες συνδικαλιστές, φοιτητοπατέρες, αναρχικούς, κόμματα, έναν ασύλληπτο εσμό συναλλαγής και μετριότητας, που ρουφάει κάθε θετική δυναμική από τα πανεπιστήμια. Μπορείτε να σκεφθείτε άλλη χώρα όπου τους φοιτητές εγγράφουν στο πρώτο έτος συνδικαλιστές καθισμένοι σε κομματικά τραπεζάκια; ΄Η μήπως ξέρετε άλλη χώρα όπου ο κάθε πικραμένος μπαίνει μέσα, διακόπτει το μάθημα και κάνει κάποια ανακοίνωση; Ολη η ατμόσφαιρα, από τους βρώμικους τοίχους μέχρι την ανύπαρκτη οργάνωση και υποδοχή, διώχνει τα νέα παιδιά. Οσο όρεξη και αν έχεις, όσα όνειρα και αν κουβαλάς πώς μπορείς να τα κρατήσεις ανέπαφα όταν περιμένεις μήνες για να αρχίσουν τα μαθήματα; Ο κίνδυνος της μαζικής εξόδου των νέων παιδιών από την Ελλάδα είναι ορατός και τεράστιος. Το λεγόμενο brain drain, η απώλεια των καλύτερων μυαλών της πατρίδας μας, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και επιδεινώνεται. Η απειλή δεν αφορά τους πλούσιους και ισχυρούς που θα στείλουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό. Ούτε αφορά τους άπειρους βολεμένους των ελληνικών πανεπιστημίων, από κάποια μέλη ΔΕΠ που δεν κατάλαβαν πώς έγιναν «πανεπιστημιακοί» έως τους συνδικαλιστές της συναλλαγής και της μετριοκρατίας. Ούτε βεβαίως αφορά όσους, ακόμη και σήμερα, βλέπουν το πανεπιστήμιο ως παιδική χαρά ανομίας. Αφορά τα χιλιάδες παιδιά που τα έδωσαν όλα για ένα όνειρο και τώρα βρίσκονται μπροστά σε ένα αδιέξοδο χωρίς τέλος για το οποίο δεν φέρουν καμιά απολύτως ευθύνη.

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αναρτήθηκε από: ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ, στις , Σχόλια για το άρθρο

Αρχείο